μεταγωγός

μεταγωγός
ός , όν 1. см. μεταγωγικός;
2. (ο ) 1) тех коммутатор; 2) физ. проводник; З) подвесная дорога

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μεταγωγός" в других словарях:

  • μεταγωγός — ό (ΑM μεταγωγός, όν) [μετάγω] αυτός που μεταφέρει κάτι από ένα μέρος σε άλλο νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο μεταγωγός α) κάθε μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά, ιδίως με εναέρια σύρματα, έμψυχου ή άψυχου υλικού β) (ηλεκτρολ.) όργανο με το… …   Dictionary of Greek

  • μεταγωγόν — μεταγωγός shifting masc acc sg μεταγωγός shifting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγωγοί — μεταγωγός shifting masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγωγούς — μεταγωγός shifting masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγωγέας — Σύστημα ηλεκτρικών επαφών όμοιο, από κατασκευαστικής πλευράς, με διακόπτη, αλλά προορισμένο, αντί να κλείνει ή να ανοίγει απλώς ένα ηλεκτρικό κύκλωμα, να πραγματοποιεί πιο πολύπλοκους χειρισμούς. Ανάλογα με τη διάταξη των επαφών του, ο μ. μπορεί …   Dictionary of Greek

  • μεταστροφέας — ο [μεταστροφή] αυτός διά μέσου τού οποίου γίνεται η μεταστροφή, ο μεταγωγός …   Dictionary of Greek

  • μεταφορέας — ο 1. το πρόσωπο που μεταφέρει, μεταγωγός, κομιστής, κουβαλητής 2. το όργανο ή το μέσο που χρησιμοποιείται για τη μηχανική μεταφορά υλικών ή φορτίων από έναν τόπο σε άλλο 3. (οικον. νομ.) το άτομο που αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να διαθέσει… …   Dictionary of Greek

  • μεταγωγαῖς — μεταγωγή removal fem dat pl μεταγωγός shifting fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγωγάς — μεταγωγά̱ς , μεταγωγή removal fem acc pl μεταγωγά̱ς , μεταγωγός shifting fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγωγῆς — μεταγωγεύς masc nom pl μεταγωγεύς masc nom/voc pl μεταγωγή removal fem gen sg (attic epic ionic) μεταγωγός shifting fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταγωγῇ — μεταγωγῆι , μεταγωγεύς masc dat sg (epic ionic) μεταγωγή removal fem dat sg (attic epic ionic) μεταγωγός shifting fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»